Εισαγωγή
Εισαγωγή

Όλοι μας έχουμε περάσει νύκτες που δεν κοιμηθήκαμε καλά, ίσως και καθόλου (λευκές νύχτες) , παρόλο που προσπαθήσαμε. Στις περισσότερες περιπτώσεις κάποιο πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε εκείνες τις ημέρες και μας απασχολούσε «δεν μας άφηνε να κοιμηθούμε». Πολλές φορές όμως μπορεί να μην υπήρχε κάποιος εμφανής λόγος για την αϋπνία μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αϋπνία μας θεωρείται σαν παροδικό φαινόμενο αφού βελτιώνεται μέσα στις επόμενες 2-3 ημέρες ή και υποχωρεί τελείως. Όχι σπάνια όμως η αϋπνία μπορεί να συνεχισθεί για μεγάλο ακόμα χρονικό διάστημα, ακόμη και όταν το πρόβλημα ή τα προβλήματα που διατάραξαν τη ψυχική και σωματική μα ισορροπία και τα οποία προκάλεσαν και την αϋπνία έπαυσαν να υφίστανται.
Τι είναι όμως ο ύπνος; Στην Ελληνική μυθολογία κατά τον Ησίοδο, ήταν ο υιός της Νύχτας και του Ερέβους και δίδυμος αδελφός του Θανάτου. Ο Υπνος είχε τρεις υιούς, τον Μορφέα, τον Ίκελο και τον Φαντάσιο (οι τρεις Θεοί των ονείρων). Οι Ρωμαίοι αντίστοιχα, θεωρούσαν τον Somnus Θεό του ύπνου. Ο Ιπποκράτης είχε πει πως «τόσο ο ύπνος όσο και η εγρήγορση χωρίς μέτρο κάνουν κακό», ενώ ο Freud τόνισε πως «κατά την διάρκεια του ύπνου τα όνειρα λειτουργούν σαν μια βαλβίδα ασφαλείας για την απελευθέρωση της ενστικτώδους ενέργειας».
Μια παροδική δυσκολία στον ύπνο δεν μπορεί να θεωρηθεί υποχρεωτικά σαν αϋπνία. Αναμφισβήτητα όμως, αϋπνία θεωρείται η σταθερή μείωση της ποσότητας του ύπνου για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα από την παρουσία ή απουσία κάποιου εμφανούς αιτίου. Ένα άλλο σημαντικό θέμα που αναφέρεται στον ορισμό της αϋπνίας αφορά και τη σχέση ποσότητας και ποιότητας του ύπνου. Μερικοί μπορεί να κοιμούνται αρκετές ώρες το 24ωρο αλλά παραπονούνται πως δεν «χορταίνουν τον ύπνο». Αλλοι πάλι μπορεί να κοιμούνται γύρω στις 5 ώρες την ημέρα και να θεωρούν ότι χόρτασαν τον ύπνο αποδίδοντας μάλιστα αξαιρετικά κατά τη διάρκεια της επόμενης ημέρας. Ασφαλώς, η κακή ποιότητα ύπνου θα πρέπει να θεωρείται σαν αϋπνία, όμως η μειωμένη ποσότητά του δεν θα πρέπει υποχρεωτικά να θεωρείται σαν αϋπνία ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που η ποιότητα του αξιολογείται σαν ικανοποιητική. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει πως η μέση διάρκεια ύπνου στους ενήλικες είναι 7 με 8 ώρες το 24ωρο.
Συνέχεια
Επιδημιολογικά δεδομένα

Η αϋπνία είναι μια από τις πιο συχνές διαταραχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και επηρεάζει το ένα τρίτο περίπου του γενικού πληθυσμού, ενώ συναντάται συχνότερα στις γυναίκες. Χαρακτηριστικό είναι πως η επίπτωση της αϋπνίας αυξάνει με την ηλικία. Για παράδειγμα, στις ηλικίες άνω των 60 ετών, περίπου το 50% των ατόμων υποφέρουν από αϋπνία και γενικά από μη ικανοποιητική ποιότητα ύπνου. (σχήμα 1)


Σε μια άλλη μελέτη βρέθηκε πως σε αυτούς που δεν είναι ικανοποιημένοι από την ποιότητα του ύπνου τους, διπλασιάζονται σχεδόν τα τροχαία ατυχήματα. (σχήμα 2). Αυτό θεωρείται φυσικό αφού ένα άτομο που δεν κοιμήθηκε καλά την επομένη ημέρα θα αισθάνεται κουρασμένο, οι αντιδράσεις και τα αντανακλαστικά του του θα είναι μειωμένα ενώ μπορεί να καταλαμβάνεται από υπνηλία κατά τη διάρκεια της οδήγησης ή κατά την ενασχόλησή του με επικίνδυνα μηχανήματα.


Ακόμη θα πρέπει να σημειωθεί ότι άτομα τα οποία παρουσίασαν αϋπνία κατά την διάρκεια του τελευταίου έτους, βρέθηκε να εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά τόσο μείζονος κατάθλιψης όσο και αγχωδών διαταραχών συγκρινόμενα με άτομα των οποίων η αϋπνία έπαυσε να υπάρχει κατά τη διάρκεια του έτους αυτού.
Συνέχεια
Αιτιοπαθογένεια – Διάγνωση αϋπνίας

Πολλά σωματικά νοσήματα, ιδίως αυτά που προκαλούν πόνο, δυσφορία, άγχος ή κατάθλιψη, συχνά συνοδεύονται από αϋπνία. Το στρες και το άγχος αποτελούν κυρίαρχες αιτίες στην πρόκληση αϋπνίας και αυτό το βλέπουμε εντονότερα να εκδηλώνεται σε καταστάσεις που υπάρχουν έντονες κοινωνικές, επαγγελματικές και οικογενειακές αναστατώσεις. Η λήψη ψυχοδιεγερτικών ή άλλων φαρμάκων και ουσιών, όπως και η απότομη διακοπή ορισμένων, μπορεί επίσης να προκαλέσει αυπνία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ασθενείς με χρόνια αϋπνία δεν αποδέχονται το ρόλο, ούτε καν την παρουσία, ψυχολογικών προβλημάτων και επικεντρώνουν την προσοχή τους στη διαταραχή του ύπνου τους την οποία και θεωρούν σαν το μοναδικό τους πρόβλημα.
Η διάγνωση της αϋπνίας στηρίζεται στα παρακάτω κλινικά κριτήρια:
1. Ο ασθενής παραπονείται για δυσκολία στην έλευση ή στη συντήρηση του ύπνου ή για κακή ποιότητα ύπνου.
2. Η διάρκεια των διαταραχών του ύπνου είναι μεγαλύτερη του μηνός και η συχνότητα εμφάνισής των τουλάχιστον τρεις φορές την βδομάδα.
3. Ο ασθενής υπεραπασχολείται με την αϋπνία του και ανησυχεί υπερβολικά για τις συνέπειές της
4. Ο ασθενής δυσφορεί εξ αιτίας της αϋπνίας του και να παραπονείται ότι επηρεάζεται δυσμενώς η λειτουργικότητά του κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Διαφορετικά είναι πιθανό ότι πρόκειται για άτομο που είναι απλώς συνηθισμένο να κοιμάται λίγο.
Συνέχεια
Θεραπευτική αντιμετώπιση

Σε πολλές περιπτώσεις ορισμένα μέτρα αλλαγής τρόπου ζωής είναι πολύ σημαντικά και συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της χρόνιας αϋπνίας.Τέτοια μέτρα είναι:
1. Η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας, όχι όμως αργά το βράδυ
2. Η αποφυγή μικρών(κλεφτών) υπνάκων κατά τη διάρκεια της ημέρας
3. Η αποφυγή διαιτητικών παρεκτροπών (υπερβολικό φαγητό ή και το αντίθετο παράλυψη γευμάτων, έντονη νηστεία
4. Κανονικό και τακτικό ωράριο κατάκλισης τη νύχτα και έγερσης το πρωί
5. Ρύθμιση συνθηκών περιβάλλοντος (θερμοκρασίας, θορύβου κλπ) ώστε να μην ασκούν αρνητικές επιπτώσεις στην έλευση και στη συντήρηση του ύπνου.
6. Διάφορες ψυχοθεραπευτικές τεχνικές που απάγουν το στρες και το άγχος μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν επιτυχώς.

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση πρέπει να γίνεται κυρίως στα αρχικά στάδια, στα πλαίσια της συνολικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Υπνωτικά φάρμακα χορηγούνται εδώ και αρκετά χρόνια για την αντιμετώπιση του προβλήματος της αϋπνίας. Το τελευταίο διάστημα με στόχο να αποφευχθεί η λήψη ΄΄ φαρμάκων΄΄ κυκλοφόρησαν διάφορα συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν κυρίως συστατικά φυτικής προέλευσης που όμως τόσο η αποτελεσματικότητά της όσο και η ασφάλειά τους είναι αμφίβολες.
Όλες οι υπάρχουσες φαρμακευτικές θεραπείες δίνουν ικανοποιητικές λύσεις στο πρόβλημα της έλευσης του ύπνου, αλλά δεν βοηθούν αρκετά στη βελτίωση της ποιότητας αυτού μια και τις περισσότερες φορές λόγω του βαθύ ύπνου που προκαλούν και της κατάργησης των ονείρων τα άτομα ξυπνούν ‘’κουρασμένα’’.
Πέραν τούτου πολλά από τα κλασικά υπναγωγά φάρμακα επεκτείνουν συχνά τη δράση τους και κατά την ημέρα επηρεάζοντας το επίπεδο εγρήγορσης και τις δραστηριότητες του ατόμου και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Παράλληλα τα περισσότερα από τα χρησιμοποιούμενα σήμερα υπναγωγά φάρμακα, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, δημιουργούν προβλήματα εξάρτησης και εθισμού γεγονός που οδηγεί σε διαρκώς αυξανόμενες δόσεις του φαρμάκου με την πάροδο του χρόνου ενώ και λόγω της προκαλουμένης εξάρτησης καθίσταται αδύνατος ο ύπνος χωρίς τη λήψη των φαρμάκων αυτών.
Τα τελευταία χρόνια, αφενός λόγω των ολοένα και περισσότερων κλινικών / ερευνητικών δεδομένων αλλά και της στροφής προς τα φυσικά και φυτικά προϊόντα, οδήγησε στην περαιτέρω διερεύνηση της δράσης της Μελατονίνης αλλά και άλλων γνωστών φυσικών ουσιών όπως η Βαλεριάνα.
Τα αποτελέσματα των ερευνών έδειξαν πως η συνεργική δράση από φυσικές ουσίες όπως η Μελατονίνη ( ενδογενής ορμόνη του ύπνου /μεταβολίτης της Σεροτονίνης), η Βαλεριάνα και ο Λυκίσκος αντιμετωπίζουν επιτυχώς τα προβήματα του Ύπνου με την πρώτη και την δεύτερη να διαθέτουν και Ευρωπαϊκή Μονογραφία που τεκμηριώνει τα υποστηριζόμενα.